[Ο ΔΡΟΜΟΣ]
Πόσο ἀφιλόξενος κι ἀπόψε πάλι αὐτός ὁ δρόμος,
ὁ δρόμος ὁ ἐρημικός τῆς πρώτης μου κραιπάλης.
Ἒτσι καθώς ἐδιάβαινα, μετά ἀπό τόσα χρόνια
τή γλύκα τρυφερότατης μοῦ ξύπνησεν ἀγκάλης.
Πόσο ἀφιλόξενος κι ἀπόψε πάλι αὐτός ὁ δρόμος,
ὁ δρόμος πού μοῦ δίδαξε πρῶτος τό μυστικό.
Ἒτσι καθώς ἐδιάβαινα, σκυφτός καί πικραμένος,
δεν ξέρω γιατί μοῦ ’κανε τόσο πολύ κακό…
