Κωνσταντίνα Παρασκευοπούλου / Ποίημα: «Εγγύτητα» Κωνσταντίνα Παρασκευοπούλου

[Εγγύτητα] Κωνσταντίνα Παρασκευοπούλου

Πλησιάζει ο Αύγουστος υπνοβάτης
εγκάθετη σε κοιτώ από τον ιβίσκο
η ταξιανθία σβήνει σιωπηλά
Παραμονεύει ο φύλακας πριν χαθεί
Να αγγίξει την κορδέλα που κρέμεται
στο πασουμάκι μυρωδάτο ακόμη
Στην φαντασίωση της νύχτας γογγύζει
παραπονεμένα το ζουμπούλι συλλογίζεται, διαλογίζεται, το σύννεφο, το όνειρο, το πούπουλο, το φτερό πετάει,
Σηκώνεται στον άνεμο,
πλαγιάζει στο πράσινο λιβάδι
μετά ακούγονται ψίθυροι
Στο ανοικτό παράθυρο
Συλλαβές σαν πουλιά Dodo
λαβωμένα με τον ερχομό
το αερικό της νύχτας
Σκόρπισε στο σκοτάδι η εγγύτητα
ξημερώνει στα ύδατα, στον αέρα
Λέξεις πλήρεις, δυσνόητες
Με σίδερα, ξύλινα, παλαιά σώματα,
τενεκεδένιες φράσεις του μικροφώνου
άργησε δεν ήρθε,
Ό,τι έχετε για πέταμα
Έχουμε αιώρες του ονείρου, υπόγεια γεμάτα ταράτσες μόνο για πουλιά
Και καπνούς από καμινάδες, καρβουνιασμένο αέρα
ζήτησε την ταχεία αποκάλυψη
Χαθήκαμε στην ιστορία
Μείναμε μόνοι στους αιώνες
Η μεσαία τάξη δεν έχει, μήτε πάνω
μήτε κατω
Πλησίασε το τριαντάφυλλο
Κατακόκκινος, ξένος στρατιώτης.

Κωνσταντίνα Παρασκευοπούλου

Σχολιάστε